Το "Δώρο"

Σαν σήμερα, δέκα χρόνια πριν, στις 12.50πμ, έφερα στη ζωή το μικρό μου γιο! Ο μικρούλης μου ήταν το τελευταίο μεγάλο δώρο που δέχθηκα, μέσα από μια μεταφυσική, λες, διάσταση, από το Θεό και τη μάνα μου, αφού τα δυο προηγούμενα χρόνια έμοιαζαν με μια δραματική θεατρική παράσταση διαρκείας, μ' εκείνη να αργοσβήνει από τον καρκίνο, που αγνοούσε και παρακαλούσε να μην έχει! Το Γολγοθά ανέβαινε την ίδια στιγμή μια άλλη μάνα, δυο μικρών παιδιών, αλλά ταυτόχρονα και μικρή κόρη, που προσπαθούσε να βρει τρόπο, για δική της άμυνα, ν' αποκοπεί από τη μητέρα που σιγά-σιγά την άφηνε, να μπορέσει να κόψει, επιτέλους, τον ομφάλιο λώρο από εκείνην που τον τελευταίο μήνα της ζωής της, καθηλωμένη στο κρεβάτι, της έδινε κουράγιο λέγοντας: "Μη μ' αγαπάς τόσο πολύ, πάψε, βοήθησε λίγο τον εαυτό σου, εσύ πρέπει να ζήσεις τώρα..." Της χαμογελούσα τότε με πίκρα και της έλεγα με τη σειρά μου: "Μα, εσύ μ' έμαθες να σ' αγαπώ τόσο. Να ήξερες πόσο μάταιο και ειρωνικό είναι αυτό που μου ζητάς τώρα..."

2.jpg
Η νέα και ωραία μαμά μου μ' άφησε ένα ηλιόλουστο ζεστό πρωινό της 22ας Μαρτίου 2004, κι αισθάνθηκα τότε ο πιο ορφανός άνθρωπος στον πλανήτη. Κι ας είχα ένα υπέροχο, χαρούμενο σπίτι, έναν άντρα που είχε την έγνοια μου και κρυφοκοίταζε να δει αν κλαίω, δυο πιτσιρίκια που αλώνιζαν στον κήπο, αγνοώντας στην αθωότητα της ηλικίας τους τι είχε συμβεί στο πατρικό μου λίγο πριν. Τρεις ώρες μετά από εκείνον τον τελευταίο ανεπίσημο αποχαιρετισμό, όταν ένιωσα την μεγαλύτερη εγκατάλειψη στον κόσμο, κι ας είχα χάσει τον πατέρα μου δώδεκα χρόνια πριν, κάθισα σ' ένα πεζουλάκι αφήνοντας τον ήλιο να μυρμηγκιάζει το κεφάλι μου, καταπίνοντας με δυσκολία ακόμα και το σάλιο μου. Τρεις μέρες χωρίς φαγητό, μόνο με λίγο νερό να δροσίζει τα σωθικά μου, βίωνα με οδύνη τον πόνο του τελεσίδικου αποχωρισμού.

 

Εκείνες τις φοβερές μέρες ορκίστηκα στον εαυτό μου πως δε θ' άλλαζα τίποτα στη ζωή μου, ούτε τα μαλλιά μου ούτε καν θέση στα έπιπλα του σπιτιού μου, ότι θα τ' άφηνα όλα όπως τα ήξερε και άρεσαν σ' εκείνη, στη μάνα μου, στην αγάπη της ζωής μου, στο "κοριτσάκι" μου όπως την αποκαλούσα κι ο άντρας μου προσπαθούσε να με επαναφέρει στη λογική λέγοντάς μου πως συγχέω τα πράγματα, ότι έχω δυο δικά μου, "πραγματικά" παιδιά, ότι η κόρη μόνο αν έχει "σαλτάρει" θεωρεί κοριτσάκι της τη μάνα της. Ακούγοντάς τον, κρυφογελούσα μέσα στον πόνο μου, γιατί δεν μπορούσε να καταλάβει ότι αυτή η γυναίκα ήταν η καλύτερή μου φίλη, με την οποία απολάμβανα να μαλώνω ή να γελάω μέχρι δακρύων, ο πιο ισχυρός δεσμός της ζωής μου, που πίστευα πως δεν ήταν δυνατόν να λυθεί ποτέ – το πίστευα ακόμα και τώρα, που ήταν νεκρή. Κι ενώ εγώ νοερά της έδινα παράλογες υποσχέσεις, εκείνη μεταφυσικά επεξεργαζόταν τα δικά της σχέδια, προετοιμάζοντας το έδαφος για το μεγαλύτερο "δώρο" που θα μου έκανε ποτέ, μια δική της επιθυμία που για καιρό είχε, αλλά δεν έβλεπε να πραγματοποιείται. "Κάνε ένα παιδάκι ακόμα", μου έλεγε, κι εγώ θα στο μεγαλώσω". Κι ήταν η μέρα του μνημοσύνου των σαράντα ημερών της, όταν ψυχανεμίστηκα το δώρο της – γιατί είναι ξεκάθαρο για μένα ότι εκείνη μου το έστειλε! Ήμουν στην εκκλησία ασάλευτη, με την καρδιά μου να χτυπά σε έντονο ρυθμό ακούγοντας τις ψαλμωδίες και τη σκέψη μου να περιφέρεται στις διαδρομές που εκείνη την οδηγούσε. "Η μάνα έχει τον τελευταίο λόγο στα κορίτσια της", έλεγε πάντα, και τώρα ένιωθα περισσότερο από ποτέ την αλήθεια της κουβέντας της, εξοργισμένη, ωστόσο, μαζί της, γιατί ήμουν σίγουρη πως θα διασκέδαζε με την "έκπληξη" που μου είχε ετοιμάσει. Επιστρέφοντας από την εκκλησία, βυθίστηκα σ' ένα θρήνο διαφορετικό από το πένθος που ήδη βίωνα. Σκεφτόμουν ότι αυτό το δώρο ήταν το τελευταίο πράγμα που ήθελα αυτήν τη στιγμή στη ζωή μου. Οι επόμενες μέρες κύλησαν μέσα σ' ένα κλίμα απόγνωσης και βαριάς κατάθλιψης, με αρνητικές σκέψεις να γυρνούν στο μυαλό μου και τον γιατρό μου να προσπαθεί να με αποτρέψει από μοιραίες ενέργειες, επιβεβαιώνοντάς μου παράλληλα, με την απλή "γυναικολογική αριθμητική", το αδιανόητο, το μεταφυσικό του θέματος. Αφήνοντάς τον, κατευθύνθηκα φουριόζα στο νεκροταφείο, για πρώτη φορά χωρίς λουλούδια, κι έκανα νευρικά βόλτες μπροστά από τον φρεσκοανθισμένο τάφο. Τρεις ιερείς πέρασαν, και τους τρεις κάλεσα να της ψάλουν τρισάγιο. Στο τέλος, ψυχικά κατάκοπη, της μίλησα φωναχτά: "Τελικά, το ήθελες πολύ φαίνεται. Να μου αναστατώσεις τη ζωή πάνω που ξεμπέρδεψα απο ξενύχτια, μωρά και πάνες! Ξέρω πως το έκανες για να με στριμώξεις σπίτι. Όχι τόση δουλειά, άσε πια τα περιοδικά, κάτσε πιο πολύ με τα παιδιά σου, όπως μου έλεγες". Κι ενώ μιλούσα, ένα γκρίζο περιστέρι, απ' αυτά που αντιπαθώ, ήρθε και κάθισε απέναντί μου, πάνω στο λευκό μαρμάρινο σταυρό που έγραφε το όνομά της - "Μόνο το όνομα", μου είχε διαμηνύσει! Μην τολμήσω και αποκαλύψω την ηλικία της. Ποτέ! Εννοείται! -, για ν' ανοίξει σε λίγο διάπλατα τα φτερά του, πετώντας πάνω μου. Κι εκείνη τη στιγμή άστραψε μέσα στο κεφάλι μου το "γιατί"! Πόσο εγωίστρια μπορεί να γίνει μια κόρη! Η μάνα μου μου έδωσε το μεγαλύτερο δώρο, τη δυνατότητα να μεταδώσω, έστω και τώρα, στη δυστυχία της συγκυρίας του χαμού της, φρέσκια αγάπη σ' ένα νέο μωρό, ένα δώρο για να πετάξω από πάνω μου το θρήνο, να αποθεώσω τη ζωή, ένα δώρο για μένα, το τελευταίο από εκείνην!

 


Ο μικρούλης μου γεννήθηκε ξημερώματα της 25ης Νοεμβρίου κι είχε από την πρώτη στιγμή τα χείλια και το χαμόγελό της. Ήρθε για να με βγάλει από το βαθύ λαβύρινθο της πλάνης του μυαλού μου, να με κάνει από ορφανή πιο μάνα και περισσότερο γενναιόδωρη στα δύσκολα. Με έσωσε τότε και με σώζει και τώρα αυτή η ιδιότητα της μάνας. Γιατί σ' αυτά τα δέκα τελευταία χρόνια ήρθαν και στεναχώριες μαζί με τις χαρές, με πολλές από τις πρώτες να μη λένε να φύγουν. Όμως, κοιτάζω σε κάθε γενέθλιά τους τα παιδιά μου, κι αν είναι νύχτα και βρίσκονται στα κρεβάτια τους τα αγκαλιάζω σφιχτά, όπως με αγκάλιαζε κι η δική μου μάνα, αδιαφορώντας προς στιγμήν αν θα ξυπνήσουν, για να τους ευχηθώ πρώτη απ' όλους για τη γιορτινή τους μέρα! Οι άνθρωποι που έχασαν τους γονείς τους θα είναι πάντα ορφανοί, ανεξαρτήτως ηλικίας. Ακόμα και στα βαθιά γεράματα θα κλαίμε σαν φέρνουμε στο νου τους γονείς μας, και δεν υπάρχει μέρα χωρίς να έρθει αυτή η θύμηση. Τώρα, όμως, ξέρω ότι η αγάπη για το δικό σου παιδί μπορεί να απαλύνει τον πόνο για το χαμό του γονιού σου, κι ότι μ' αυτήν κλείνουν ερμητικά κι άλλες επώδυνες πληγές που ανοίγει η ζωή. Αυτή ήταν μια ιστορία για το μικρό μου, δεκάχρονο Άρη, που δε γνώρισε ποτέ τη δική μου μάνα (ούτε και τον πατέρα μου) και με ρωτάει συχνά γι αυτήν: "Μαμά, σε πειράζει πολύ που δε λες κι εσύ τη λέξη 'μαμά;'"

Να ζήσεις ευτυχισμένος, με καλοσύνη και γενναιοδωρία στην καρδιά σου αγόρι μου! Σε λατρεύω! Σας λατρεύω και τους τρεις!