Μάνος Χατζιδάκις: Μια διαδρομή ζωής μέσα από τα σπίτια που έζησε

thumbnail downloadfile

 

H αφήγηση ξεκινάει από την Ξάνθη, τόπο γέννησης του μεγάλου συνθέτη...

 

Ελευθερίου Βενιζέλου 17, Ξάνθη

«Γεννήθηκα στις 23 Οκτώβρη του 1925 στην Ξάνθη, τη διατηρητέα κι όχι την άλλη, τη φρικτή, που χτίστηκε μεταγενέστερα από τους εσωτερικούς μετανάστες της χώρας. Η συνύπαρξη εκείνο τον καιρό ενός αντιτύπου της μπελ επόκ με αυθεντικούς τούρκικους μιναρέδες έδινε χρώμα και περιεχόμενο σε μια κοινωνία-πανσπερμία απ’ όλες τις γωνίες της ελλαδικής γης, που συμπτωματικά βρέθηκε να ζει σε ακριτική περιοχή και να χορεύει τσάρλεστον στις δημόσιες πλατείες» έγραφε ο Μάνος Χατζιδάκις για τη γενέτειρά του.

 

1. Ελευθερίου Βενιζέλου 172c Ξάνθη 2ος όροφος

 

Το σπίτι που μεγάλωσε ο «Μεγάλος Ερωτικός», αναστυλωμένο, παραδόθηκε πέρυσι στο κοινό ως πολυχώρος τέχνης και σκέψης – γι’ αυτό και σήμερα φαίνεται τόσο κομψό από το δορυφόρο.

Ο δεύτερος όροφος είχε νοικιαστεί από τον πατέρα του, ένα χρόνο μετά τη γέννηση του Μάνου. Μετά το χωρισμό των γονιών του, ο τελευταίος θα μετοικούσε με τη μητέρα του και την αδελφή του στην Αθήνα.

 

 2. Κωνσταντίνου Μάνου 3 Ισόγειο 1

 

Κωνσταντίνου Μάνου 3, Παγκράτι

«Όταν φτάσαμε στην οδό Μάνου (ναι, είχε το όνομά του...), πέρασα βιαστικά την καγκελένια πόρτα» αναφέρει η Νάνα Μούσχουρη στην αυτοβιογραφία της, μιλώντας για την πόρτα που βλέπετε. Στο ισόγειο της τριώροφης οικοδομής στο Παγκράτι έμενε ο αγαπημένος της συνθέτης. Το πιάνο βρισκόταν απέναντι από την είσοδο. «Ο Μάνος καθόταν στο πιάνο γεμάτος οίστρο και δημιουργική ζωντάνια, με το τσιγάρο στο τασάκι και τον καφέ δίπλα. Μια πάστα φλόρα, που η κυρία Χατζιδάκι είχε φτιάξει μες στη νύχτα, ήταν βασιλικά τοποθετημένη στο τραπέζι. “Τι στέκεσαι;” μου είπε. “Έλα κοντά. Έχουμε δουλειά!”.

 Mouskouri Xatzidakis 1960

 

Και αμέσως μου ζήτησε να αρχίσω να τραγουδώ μαζί του τα πρώτα μέτρα μιας μελωδίας που δημιούργησε ακριβώς εκείνη τη στιγμή – μια μελωδία ολοδική του, κι όμως τόσο λαϊκή, χαρούμενη και γλυκόπικρη, σαν τη χαρά της ζωής. “Και τώρα πες: «Απ’ το παράθυρό μου στέλνω...»” με παρότρυνε αδημονώντας. Κι έπειτα, “Θαυμάσια! Θαυμάσια!” αναφωνούσε καθώς με άκουγε να τον σιγοντάρω. Κι όταν βεβαιώθηκε ότι αυτό ήταν, ότι είχε πια ανακαλύψει το τραγούδι που του έλειπε, έτρεξε να τηλεφωνήσει στη Μελίνα (Μερκούρη) και στον Ντασέν, που θα κατέφθανε λίγο αργότερα μαζί της, με το σακάκι πάνω από τις παντόφλες του.

 

35311954 10214285318305934 3192799913851224064 n

 

Καθίσαμε όλοι γύρω από το πιάνο και ο Μάνος έπαιξε τα “Παιδιά του Πειραιά” με ενθουσιασμό και αγαλλίαση. “Μάνο μου, είσαι σπουδαίος!” του είπε με όλη της την καρδιά η Μελίνα, ενώ ο Ντασέν γελούσε κοιτάζοντάς τους πίσω από το κάδρο που σχημάτιζε με τα δάχτυλά του, όπως συνηθίζουν οι σκηνοθέτες» θυμάται η μεγάλη ερμηνεύτρια, αναλογιζόμενη: «Συνήθως οι άνθρωποι δε συνειδητοποιούμε ποια είναι εκείνη η μικρή στιγμή που ορίζει μια μεγάλη αλλαγή στη ζωή μας. Πρέπει να περάσει καιρός, να κοιτάξουμε πίσω για να την ανακαλύψουμε. Όμως, εκείνο το ξημέρωμα στην οδό Μάνου, στον κόσμο του Μάνου, η στιγμή που άλλαξε τη νεανική ζωή όλων μας ήταν πολύ λαμπερή για να την αγνοήσουμε».

 

3. Τιμητική πλακέτα 1

 

Σήμερα, η εντοιχισμένη μαρμάρινη πλάκα στον αριθμό 3 της οδού Κωνσταντίνου Μάνου πληροφορεί τους διαβάτες ότι «στην οικία αυτή έζησε από το 1936 έως το 1962 ο Μάνος Χατζηδάκις (sic)». Η φράση «Κάθε σπίτι κρύβει λίγη αγάπη στη σιωπή», από τη θεατρική παράσταση «Οδός Ονείρων», η φωτογραφία του συνθέτη και λεπτομέρειες για την τοποθέτηση της πλάκας συμπληρώνουν την επιγραφή.

 

 

4. Βασιλέως Κωνσταντίνου 462c Αθήνα 1ος όροφος2c δεξιό διαμέρισμα

 

Βασιλέως Κωνσταντίνου 46, Αθήνα

«Πήγαμε στη Βασιλέως Κωνσταντίνου, εκεί όπου έμενε τότε ο Χατζιδάκις» γράφει ο Ζάχος Χατζηφωτίου στο βιβλίο του «Η Τζένη Καρέζη όπως τη γνώρισα», μιλώντας για το πώς η μετέπειτα σύζυγός του πήρε την κασέτα με τη μουσική του τραγουδιού «Μην τον ρωτάς τον ουρανό», λίγα λεπτά πριν ταξιδέψει στην Κρήτη για τα γυρίσματα της ταινίας «Το νησί των γενναίων». «Ώσπου να παρκάρω στη γωνία, η Τζένη είχε κατέβει και χτύπαγε το κουδούνι του Χατζιδάκι από κάτω, στην εξώπορτα της πολυκατοικίας» – της πολυκατοικίας που βλέπετε. «Όταν έφτασα κι εγώ στην πόρτα, η Τζένη ήταν ήδη εκνευρισμένη και χτύπαγε για τρίτη φορά το κουδούνι μετά μανίας. “Να δεις που κοιμάται ακόμα και δεν ακούει, και θα χάσω το αεροπλάνο”. Προσπάθησα να την καθησυχάσω λέγοντας: “Ηρέμησε και μη σε πιάνει πανικός, έχουμε πολλή ώρα ακόμη”. “Μα, χρυσό μου …” ξεκίνησε να μου λέει –το ''χρυσό μου'' έμπαινε όταν άρχιζαν τα νεύρα της– και, ω του θαύματος, ένας κύριος έβγαινε και άνοιξε η κάτω πόρτα. Αυτό ήταν ένα βήμα μπροστά στο πρόβλημά μας. Μπήκαμε και ανεβήκαμε τρέχοντας στο δεύτερο πάτωμα, που έμενε ο Μάνος» – για την ακρίβεια, στο δεξί διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, το μπαλκόνι του οποίου διακρίνεται από το δορυφόρο. «Η Τζένη ήξερε την πόρτα, έτρεξε και άρχισε αμέσως να χτυπάει το κουδούνι. Και το μεν κουδούνι, που χτύπαγε δυνατά, ακουγόταν στο διάδρομο, από μέσα όμως καμία κίνηση. Η Τζένη άρχισε να δείχνει σημεία παράκρουσης… “Δεν είναι δυνατόν…” έλεγε, “χτες το βράδυ συνεννοηθήκαμε να ’ναι έτοιμη η κασέτα”. Άναψε τσιγάρο κι άρχισε να ξεφυσάει έξαλλη – και με το δίκιο της. Τότε έβγαλα τα κλειδιά μου κι άρχισα να χτυπώ δυνατά την πόρτα με ένα μεγάλο κλειδί και, προφανώς, ο ήχος αυτός ενήργησε ευεργετικά –για εμάς– στα αφτιά του Χατζιδάκι, διότι σε λίγο ακούστηκε ένας βήχας, μετά το γνωστό σύρσιμο της παντόφλας κι ένα βραχνό “έχομαι”, δεδομένου ότι το γράμμα “ρο” για τον Χατζιδάκι ήταν άγνωστο. Άνοιξε η πόρτα κι εμφανίστηκε ένας Χατζιδάκις απότομα ξυπνημένος, μ’ ένα τσιγάρο μόλις αναμμένο να κρέμεται στο στόμα, με τα μάτια ακόμη μισόκλειστα αλλά με έκφραση έκπληξης, δηλαδή: “Τι γυρεύετε πρωί-πρωί και χτυπάτε έτσι την πόρτα;”. Και ακολούθησε ο παρακάτω ιστορικός, τραγικός, αλλά και παρανοϊκός διάλογος:

Τζένη: “Μάνο την κασέτα, Μάνο, και θα χάσω το αεροπλάνο”.
Μάνος: “Ποια κασέτα, χρυσό μου, πρωί-πρωί;”
Τζένη (έξαλλη): “Την κασέτα με το τραγούδι που θα πω στο γύρισμα στην Κρήτη τώρα… Και θα χάσω το αεροπλάνο”.

 

hqdefault

 

Η Τζένη, από την αγωνία της, είχε μια ελαφρά ασυναρτησία στα λεγόμενά της. Πάντως, ο Μάνος αντελήφθη. Και, ήρεμος, της λέει: “Πάμε μέσα να πιούμε έναν καφέ και θα σ’ τη δώσω”. Με το «θα σ’ τη δώσω» ο Μάνος εννοούσε… θα σ’ τη γράψω τώρα! Και η μεν Τζένη πήγε μέσα στο κουζινάκι, τρέμουσα, και του ’φτιαχνε καφέ, ο δε Μάνος, με το τσιγάρο πάντα στο στόμα, έκατσε στο πιάνο και άρχισε να πηγαινοφέρνει τα δάχτυλά του στα πλήκτρα. Μια λοιπόν έπαιζε μερικά μέτρα μουσικής στο πιάνο, μια έγραφε με ένα μολύβι πάνω σε ένα τσαλακωμένο φύλλο χαρτί πενταγράμμου κάποιες νότες και μια διάβαζε τους στίχους που του είχε δώσει από καιρό η Τζένη (σ.σ.: τους στίχους του Γιάννη Ιωαννίδη) και είχε πάνω στο πιάνο. Κάποια στιγμή έφτασε και ο καφές. Ήπιε δυο γουλιέ και μετά πάτησε μια νότα και της λέει της Τζένης: “Για τραγούδα αυτή τη νότα”. Η Τζένη έκανε: “Α, α, α...”. “Εντάξει”, της λέει ο Μάνος, “μπορείς να το πεις”. Και τότε το ’παιξε όλο μαζί! Μέσα σ’ αυτά τα δέκα λεπτά, μόλις είχε ξυπνήσει, έγραψε αυτό το θείο τραγούδι που λέει: “Μην τον ρωτάς τον ουρανό, το σύννεφο και το φεγγάρι, το βλέμμα σου το σκοτεινό, κάτι απ’ τη νύχτα έχει πάρει… λα, λα, λα… λα, λα” και λοιπά. Τώρα η Τζένη είχε μείνει άφωνη. Της είχε φύγει και ο εκνευρισμός κι άκουγε τη μουσική μαγεμένη. Ο Μάνος πάτησε ένα μαγνητόφωνο που είχε πάνω στο πιάνο, ξανάπαιξε το κομμάτι όλο, με όλες του τις λεπτομέρειες και τα ακομπανιαμέντα, και το ’γραψε. Έβγαλε την κασέτα, την έδωσε στην Τζένη, τη φίλησε και της είπε: “Άντε στο καλό και να το μάθεις μες στ’ αεροπλάνο”. Η Τζένη πήρε την κασέτα, αλλά άρπαξε και το μαγνητοφωνάκι, για να το παίζει μες στ’ αεροπλάνο, τον φίλησε και του είπε γελώντας: “Πάρε άλλο ώσπου να σ’ το φέρω πίσω…”, και φύγαμε τρέχοντας για τ’ αεροδρόμιο. Αυτός ήταν ο Χατζιδάκις με το πληθωρικό ταλέντο. Το τραγούδι αυτό, όπως και τα πιο πολλά δικά του, έγινε μεγάλη επιτυχία, γυρίστηκε και στα αγγλικά, και δε νομίζω πως κανείς από αυτούς που θαυμάζουν τη μουσική του Χατζιδάκι θα φαντάστηκε ποτέ πώς γράφτηκε» καταλήγει ο Ζάχος.

 

 5. Μαγεμένος Αυλός επιγραφή 

Αμύντα 4, Παγκράτι

«Θυμάμαι που επρόκειτο να συναντήσω τον Μάνο και τον ρωτάω για τη διεύθυνση του σπιτιού του και μου λέει:
– “Έλα να με συναντήσεις σ’ ένα καφέ”.
– “Ποιο καφέ;”
– “Τον λένε «Μαγεμένο Αυλό»”.
– “Και πού είναι αυτός ο Μαγεμένος Αυλός;”
– “Πες στον ταξιτζή ότι είναι κοντά στο άγαλμα του στρατηγού Αϊζενχάουερ”».

Μ’ αυτόν τον τρόπο ο Μάικλ Κέιμεν, του μουσικού σχήματος «New York Rock 'n’ Roll Ensemble» (που είχε ηχογραφήσει τον δίσκο «Reflections» στη Νέα Υόρκη), αφηγείτο το πώς έκλεισε το ραντεβού του με τον Μάνο Χατζιδάκι στην Αθήνα.

 6. Πινακίδα

 

Το στέκι του έλληνα συνθέτη ήταν στην πλατεία Προσκόπων στο Παγκράτι. Την επονομαζόμενη πλέον προς τιμήν του: «Πλατεία Μάνου Χατζιδάκι». (Για τους παρατηρητικούς, είναι εμφανής στην πινακίδα η εκ των υστέρων προσπάθεια να μετατραπεί το τελευταίο γράμμα του επωνύμου του από «ήτα» σε «γιώτα». «Το ''ήτα'' στο τέλος με παχαίνει» έλεγε ο ίδιος χαριτολογώντας!).

 7. Μαγεμένος Αυλός πίνακας Επαμεινώνδα Δασκαλόπουλου

 

8. Μαγεμένος Αυλός πιάνο Χατζιδάκι και προσωπογραφίες Νάσου Κωνσταντόπουλου

 

Ένας πίνακας του Επαμεινώνδα Δασκαλόπουλου που τον απεικονίζει να δειπνεί ανάμεσα σε άλλες προσωπικότητες αλλά και μία προσωπογραφία του διά χειρός Νάσου Κωνσταντόπουλου, τοποθετημένη πάνω στο πιάνο του, κοσμούν σήμερα το εσωτερικό του «Μαγεμένου Αυλού».

 

 

9. Φωκιανού 46 δώμα ΚΟΥΔΟΥΝΙ 1

 

Φωκιανού 46, Παγκράτι

«Το πιάνο το έφερε για να το ανέβαζε στο δώμα» μας λέει σήμερα ο Δημήτρης Θεοφίλου. Ο ιδιοκτήτης του ιστορικού εστιατορίου μάς εξηγεί: «Δεν υπήρχε αναβατόριο και αποφασίστηκε: “Να το ακουμπήσουμε στον «Αυλό», και βλέπουμε τι θα γίνει”».

Το δώμα για το οποίο προοριζόταν το πιάνο διακρίνεται πλέον και από το δορυφόρο. Στην κορυφή μιας πολυκατοικίας που βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής από το «Μαγεμένο Αυλό». Στον αριθμό 46 της οδού Φωκιανού. Έτσι που ο πιο γνωστός θαμώνας του μπορούσε εύκολα να αποσυρθεί και να επανέλθει…

Το κουδούνι γράφει ακόμα: «ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ 8ος» (με το εσφαλμένο «ήτα» να έχει τοποθετηθεί εδώ και στη μέση).

 

 

10. Ρηγίλλης 17 1ος όροφος ΚΟΥΔΟΥΝΙ 1

 

Ρηγίλλης 17, Αθήνα

Το επώνυμο που με σωστή ορθογραφία θα αντικρίσει κάποιος σήμερα και στον αριθμό 17 της οδού Ρηγίλλης. Σαν να μην πέρασε μια μέρα από τότε που ο διάσημος κάτοικος του πρώτου ορόφου εγκατέλειψε για πάντα τα εγκόσμια…

 

FB IMG 1529065874602

 

«Αυτό το σπίτι το αγόρασα με τα “Παιδιά του Πειραιά”» είχε εξομολογηθεί ο ίδιος ο Χατζιδάκις στον Γιώργο Παυριανό. «Είχα πουλήσει τα δικαιώματα στον Ζυλ Ντασέν και βρέθηκα ξαφνικά με ένα πολύ μεγάλο ποσόν. Πέσανε τότε πάνω μου οι φίλοι μου και με έπεισαν να αγοράσω αυτό το διαμέρισμα. Το έκανα περισσότερο για τη μητέρα μου, για να έχει έναν άνετο χώρο. Εμένα μου αρκούν ένας έρωτας, ένα πιάνο και μια καλύβα. Άντε, κι ένας εσπρέσο!».

 

thumbnail 7. Ο Μάνος Χατζιδάκις με το Όσκαρ

 

«Ένα ευρύχωρο οροφοδιαμέρισμα χωρίς περιττές πολυτέλειες» το περιγράφει ο δημοσιογράφος που το 1978 είχε εργαστεί στο Τρίτο Πρόγραμμα της κρατικής ραδιοφωνίας, υπό τη διεύθυνση του συνθέτη. Θυμάται, μάλιστα, χαρακτηριστικά τη μέρα που πέρασε το κατώφλι μαζί του: «Μπαίνει πρώτος, τον ακολουθώ, κι όπως κάνω να μπω, βλέπω ένα αγαλματάκι στο πάτωμα, που κρατάει την πόρτα ανοιχτή. Είναι το Όσκαρ που πήρε για τη μουσική του στο «Ποτέ την Κυριακή»! […] “Έχει μεγάλη ιστορία αυτό το Όσκαρ. Δεν πήγα να το παραλάβω στην απονομή και, όταν χρειάστηκε να φωτογραφηθώ με αυτό, μου δάνεισε η Κατίνα Παξινού το δικό της! Είχε πάρει Όσκαρ Β΄ γυναικείου ρόλου στο “Για ποιον χτυπάει η καμπάνα”. Μετά μου έστειλαν από την Αμερική το δικό μου. Μια μέρα που είχα τα νεύρα μου το πέταξα στα σκουπίδια, αλλά το βρήκε η καθαρίστρια και το έδωσε στην αδελφή μου. Έτσι ξαναγύρισε σε μένα και τώρα μπορώ να το κρατήσω, γιατί συμβολικά και πρακτικά μου κρατάει την πόρτα ανοιχτή”».

 

Στέλιος Κοντέας

 

Βιβλιογραφία:

– Γαλάτου Βίκυ, «Μάνος Χατζιδάκις: Ψηφίδες μνήμης», Ορχήστρα των Χρωμάτων, 2004.
– Μούσχουρη Νάνα, «Το όνομά μου είναι Νάνα: Η ζωή της όπως την αφηγήθηκε στον Φώτη Απέργη», Λιβάνης, 2006.
– Παυριανός Γιώργος, «Το μυστικό δείπνο με τον Μάνο», εφημερίδα «Athens Voice», 9 Δεκεμβρίου 2009, τεύχος 283.
– Χατζηφωτίου Ζάχος, «Η Τζένη Καρέζη όπως τη γνώρισα», Ωκεανίδα, 1998.

 

Υποσημείωση:

Για τους γνώστες του ελληνικού κινηματογράφου, η αφήγηση του Ζάχου Χατζηφωτίου ξενίζει περισσότερο εξαιτίας του γεγονότος ότι η ταινία «Το νησί των γενναίων» προβλήθηκε στις κινηματογραφικές αίθουσες το 1959, ενώ ο ίδιος –λίγες σελίδες πριν, στο ίδιο βιβλίο– γράφει ότι γνώρισε πρώτη φορά την Τζένη Καρέζη τον Σεπτέμβριο του… 1961! Επίσης, σύμφωνα με την τιμητική πλακέτα του Δήμου Αθηναίων, ο Χατζιδάκις έμενε μέχρι το 1962 στον αριθμό 3 της οδού Κωνσταντίνου Μάνου στο Παγκράτι – επομένως, το 1959 δεν είχε μετακομίσει ακόμα στη Βασιλέως Κωνσταντίνου, που η αφήγηση τον τοποθετεί. Θα ήταν παρακινδυνευμένο κάποιος να ισχυριστεί ότι γνωρίζει μετά βεβαιότητας πού ακριβώς βρίσκεται το λάθος. Αν και όλα δείχνουν την αναγραφόμενη χρονιά γνωριμίας του Ζάχου Χατζηφωτίου με τη μετέπειτα σύζυγό του…